Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

Σαίξπηρ & Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος


Ανά τα χρόνια έχουν δημοσιευθεί έρευνες που παρουσιάζουν την αξία των τεχνών όχι μόνο σε πνευματικό και ψυχαγωγικό επίπεδο αλλά και σε επίπεδο ψυχολογίας. Μια ανάλογη έρευνα προέρχεται από το πανεπιστημιακό νοσοκομείο του Οχάιο. Πώς σχετίζεται λοιπόν η "Τρικυμία" του Σαίξπηρ με τις Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος;

Τα παιδιά με αυτισμό δυσκολεύονται με τις μη λεκτικές συμπεριφορές (εκφράσεις προσώπου, οπτική επαφή, κινήσεις) όπως και με την κοινωνική αλληλεπίδραση. Στην έρευνα αυτή σκοπός ήταν να χρησιμοποιηθεί η ρυθμικότητα στη γλώσσα του Σαίξπηρ σε συνδυασμό με τις κινήσεις σώματος. Τα παιδιά συμμετείχαν σε μια ομάδα παρέμβασης κοινωνικών δεξιοτήτων βασισμένη στη δραματοθεραπεία, γνωστή και ως "Hunter Heartbeat Method". Όπως σχολιάζει και ο Marc J. Tassé, καθηγητής Ψυχολογίας και Ψυχιατρικής και διευθυντής στο κέντρο Nisonger του νοσοκομείου του Οχάιο, τα αποτελέσματα έδειξαν πως τα παιδιά με αυτισμό παρουσίασαν σημαντική βελτίωση στις κοινωνικές δεξιότητες και στην ικανότητα τους για δημιουργία κοινωνικών σχέσεων.



Kicks

Παράθυρο


Το ξυπνητήρι χτύπησε δύο φορές. Μία στις 8:25 και μία στις 8:30. Ο Μ δεν άκουσε καμία. Είχε τελειοποιήσει από καιρού το τυφλό σύστημα απενεργοποίησης του. 8.50. Άργησε πάλι στην δουλειά. Ντύθηκε βιαστικά με τα ρούχα που είχε πεταμένα  στην καρέκλα στο βάθος του δωματίου του. Έγειρε την πόρτα βιαστικά - δεν υπήρχε πια λόγος να την κλειδώνει, πήρε το παμπάλαιο ασανσέρ, απέφυγε τον ηλικιωμένο κύριο που ήταν έτοιμος να γκρινιάξει και βγήκε έξω.  Αέρας. Η μεγάλη θορυβώδης λεωφόρος απλώθηκε μπροστά του. Διέσχισε από την διάβαση πεζών τον δρόμο. Όχι ότι έκανε κάποια μεγάλη διαφορά αν θα περνούσε από εκεί ή από κάποιο άλλο σημείο όπου τα αυτοκίνητα συνωστίζονται δίνοντας μια σπιθαμή διέλευσης. Είχε παρκάρει σε κάποιον παράλληλο. Έστριψε δεξιά και ήρθε αντιμέτωπος με μια εικόνα που είχε από καιρού συνηθίσει να βλέπει. Ένας γκρίζος στενός δρόμος, περικυκλωμένος από γκρίζες πολυκατοικίες, γεμάτος με παρκαρισμένα αυτοκίνητα εκατέρωθεν. Και στην μέση αυτού του στενού δρόμου, που είχε το όνομα κάποιου νεκρού επιφανούς ανδρός, ήταν σταθερά στην θέση της η ίδια ηλικιωμένη κυρία. Καθόταν σε ένα στενό παράθυρο στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας. Απέναντι της δεν υπήρχε τίποτα άλλο παρά τσιμέντο. Αριστερά και δεξιά του μικρού δρόμου, δύο παράλληλοι δρόμοι εμπόδιζαν οποιαδήποτε σπιθαμή ηλίου να την αγγίξει. Και εκείνη εκεί, δίχως ίχνος ζωής, βαριεστημένη να κοιτάει το γκρι. Τι περιμένει άραγε;

---

Θάνατος. Ο Μ μετά από μια σειρά γεγονότων που τον μεγάλωσαν απότομα είχε αρχίσει  για πρώτη φορά στην ζωή του να γίνεται πιο επιφυλακτικός με τους ανθρώπους. Δεν ανοιγόταν όπως άλλοτε, δεν έδινε λαβές για να μην δώσει την δυνατότητα σε κάποιον να τον πληγώσει ξανά. Αυτή ήταν η πρώτη του αντίδραση. Άμυνα. Κάποιες φορές τα σημάδια στον χρόνο τα αφήνει ο τρόπος και όχι το ίδιο το γεγονός. Το απροσδόκητο, το ανεξήγητο. Αυτό που σε οδηγεί  σαν σε κασέτα να ψάχνεις ξανά και ξανά εξηγήσεις εκεί που δεν υπάρχουν. Ένας κρότος, όπως αυτός ενός μπαλονιού όταν συναντάει μια καρφίτσα. Και μετά εκκωφαντική σιωπή.

Ζωή. Ο Μ έκανε πολλά και διάφορα για να κρατάει το μυαλό του απασχολημένο, για να μην σκέφτεται όλα όσα τον στεναχωρούν. Κορόιδευε τον εαυτό του  για να μην νιώσει ξανά ευάλωτος. Ό,τι και αν έκανε όμως οι σκέψεις επανέρχονταν. Διαμάντια και Σκουριά. Μετάνιωνε που τα έδωσε όλα. Αλλά τι είναι ζωή αν δεν πέφτεις με τα μούτρα σε αυτή;  Πως γίνεται να δημιουργήσεις και να αισθανθείς εάν δεν αφήσεις τον εαυτό και τις ανασφάλειες σου εκτεθειμένες; Η μεγαλύτερη παγίδα είναι να ετεροπροσδιορίζεσαι από τους άλλους. Να φέρεσαι λιγόψυχα επειδή σου φέρθηκαν αναλόγως.

---

Είχε αρχίσει πια να σουρουπώνει. Ο Μ γύριζε από την δουλειά με το αυτοκίνητο. Άφησε την μεγάλη θορυβώδη λεωφόρο πίσω του, έστριψε αριστερά και βρέθηκε πάλι στο γκρι στενό δρόμο με τις γκρι πολυκατοικίες όπου και πάρκαρε. Περπατώντας  είδε  την ίδια ηλικιωμένη γυναίκα να περιμένει πάλι στο παράθυρο του πρώτου ορόφου. Σαν κάτι να του έγνεφε. Ο Μ δεν έδωσε σημασία. Εκείνη επέμενε. Του έλεγε να κοιτάξει ψηλά με ένα πλατύ χαμόγελο. Ένα μεγάλο κόκκινο μπαλόνι, φαινόταν ψηλά ανάμεσα στην χαραμάδα που άφηνε το τσιμέντο της πόλης. Πότε πήγαινε από εδώ και πότε από εκεί ανάλογα με τις ορέξεις του ανέμου. Αλλοπρόσαλλο και ευάλωτο σαν τους ερωτευμένους. Κοιτάζοντας το, ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο του. "Όταν χάσω την επιθυμία μου να μοιράζομαι και να δημιουργώ, τότε θα πάψω να είμαι ζωντανός", σκέφτηκε. Είναι πολύ όμορφο τελικά να είσαι ευάλωτος.

Πρώτη μέρα στη δουλειά


Δουλειά! Δουλειά; Δουλειά... Όλοι ασχολούνται σήμερα με το θέμα αυτό. Σε ρωτούν, έχεις δουλειά; Ψάχνεις για δουλειά; Βρήκες δουλειά; Και από δουλειά τι κάνεις; Δουλεύεις;

Τον κόσμο μου έρχεται πολλές φορές να απαντήσω, αλλά ας όψεται η ευγενική μου καταγωγή!

Κάθε μέρα σε όποια παρέα κι αν βρεθείς θα υπάρχει κάποιος που δεν έχει δουλειά ή προσπαθεί να βρει ή ακόμη κι αν έχει δεν είναι ευχαριστημένος απ' αυτή. Και λες τα παράπονα σου, που έχεις πάει σε εκατό συνεντεύξεις (αυτό σπάνια βέβαια ισχύει) και κανείς δεν σε παίρνει κι εσύ συνεχίζεις ασίγαστα να προσπαθείς και να προσπαθείς και να στέλνεις βιογραφικά και να λες δε μπορεί θα μου κάτσει αυτήν τη φορά η ευκαιρία για να δουλέψω. Γιατί δεν ξέρεις τι σε περιμένει αφού ξεκινήσεις να εργάζεσαι. Έχεις πεισθεί πως οτιδήποτε μετά το σχολείο είναι πολύ πιο εύκολο από τις πανελλήνιες! ΛΑΘΟΣ!

Έρχεται λοιπόν η μέρα που μετά από κόπους, βάσανα και κακουχίες, βρίσκεις μια δουλειά - που δεν είναι η δουλειά των ονείρων σου, αλλά μετά από χρόνια αφιλοκερδούς εργασίας γιατί "δυστυχώς έτσι λειτουργεί το σύστημα σήμερα" έρχεται η στιγμή που θα πληρώνεσαι για αυτό που κάνεις. Φυσικά, ο μισθός αυτός δεν θα είναι ικανός για να σε βιοπορίσει 100%, αλλά η ελληνική οικογένεια που μεγάλωσε γενιές και γενιές στις φτερούγες της, θα σε κρατήσει κοντά της και θα σε αφήσει να μείνεις για όσο καιρό θέλεις. Εκτός απ' αυτό, πλέον θα μπεις σε μια ρουτίνα, θα έχεις έναν βασικό λόγο να σηκωθείς από το κρεβάτι το πρωί - να βγάλεις το μεροκάματο (γελάν και οι πέτρες).

Έφτασε, λοιπόν, η μέρα που πας. Αφού ξυπνάς στις 6:30 το πρωί, αλλά λες "χαλάλι δουλεύω", φτάνεις στον χώρο εργασίας. Κι εκεί αρχίζει ο βομβαρδισμός πληροφοριών και απαιτήσεων. Γιατί για έναν περίεργο λόγο ο εργοδότης (αν δεν είναι ο μπαμπάς σου ή η μαμά σου που μπορείς να μαλώσεις μαζί τους) θεωρεί ότι εσύ ξέρεις τη δουλειά που θα κάνεις εδώ και χρόνια, σαν να το σπούδασες ένα πράγμα! Κι εκεί αρχίζει η τεράστια ανηφόρα, που είσαι σίγουρος ότι δεν θα ανέβεις ποτέ. Και σκέφτεσαι "γιατί σηκώθηκα σήμερα και δεν έμεινα κάτω από το πάπλωμα;". Αλλά, κάθεσαι γιατί ΠΡΕΠΕΙ να δουλέψεις, σε μια δουλειά που δεν σου αρέσει γιατί "αλλού γι' αλλού ξεκίνησες κι αλλού η ζωή σε πάει". Και κάθεσαι και μέρα με τη μέρα συνηθίζεις. Και τις προσβολές και τις απαιτήσεις και τον παραλογισμό του εργοδότη. Γιατί "έτσι είναι κι έτσι θα μάθεις".

Αλλά γιατί να είναι έτσι; Γιατί να πρέπει να κάνουμε περικοπές στα όνειρα και στις φιλοδοξίες μας;

Εκεί, λοιπόν, ακόμη κι αν είσαι φύσει απαισιόδοξος, πρέπει να σκεφτείς ότι ακόμη κι αν ήρθαμε σε δύσκολους καιρούς να ζήσουμε το όνειρό μας, δεν πρέπει να αφήσουμε κανέναν και καμία να μας στερήσει έστω να ονειρευόμαστε! Γι' αυτό Κουράγιο!

Υ.Γ. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική.

by liuq

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

Χορεύουμε;


Κόντευε να φτάσει πια τα ενενήντα της χρόνια. Τις περισσότερες φορές της μίλαγες και δεν σου απαντούσε. Δεν μπορούσε να σηκωθεί ή να φάει μόνη της, ούτε και να κάνει τα βασικά. Εκείνη την ημέρα την είχαν βάλει να καθίσει σε έναν καναπέ και εκείνη κοίταγε για ώρες το κενό. Σε κάποια φάση, όταν ήρθε η ώρα της να πάει για ύπνο, εκείνος την μετακίνησε για να την πάει στην κρεβατοκάμαρα της. Την σήκωσε και την κράτησε από τα χέρια για να διασχίσουν τον μικρό διάδρομο του σπιτιού, κάνοντας αυτήν τη μικρή διαδρομή σε αρκετά λεπτά που εκείνου του φάνηκαν αιώνες.  Άλλη μια μέρα ρουτίνας, σκέφτηκε. Άλλη μια μέρα χαμένη.

---

Σε όλες τις χαρούμενες ή μη στιγμές της παιδικής του ηλικίας η γιαγιά του ήταν πάντα παρούσα. Ήταν η μόνη γιαγιά που γνώρισε. Οι υπόλοιποι παππούδες και γιαγιάδες της οικογενείας είχαν δυστυχώς φύγει νωρίς. Όταν τα παιδιά ήταν πιο μικρά, εκείνη συνήθιζε να λέει ότι ο μεγάλος έρωτας της ζωής της είναι τα εγγόνια της. Και εκείνος, όταν ήταν μικρός και πίστευε καμιά φορά στα υπερφυσικά, είχε μια μονάχα ευχή: να ζήσει η γιαγιά του για πάντα. Κάθε φορά που θα ερχόταν στο σπίτι για να μείνει για μέρες, εκείνη θα έβρισκε έναν τρόπο που ξεπερνούσε τις φυσικές της δυνάμεις,  για να κουβαλάει 10 σακούλες ταυτόχρονα γεμάτα γλυκά και καλούδια. Μόνο και μόνο για να τους ευχαριστήσει. Όταν έβγαινε στη γειτονιά για να ψωνίσει και να κάνει τα μαλλιά της, παντού υπερηφανευόταν για τα εγγόνια της. Κάθε καλοκαίρι θα πήγαινε μαζί τους διακοπές. Θα κάθονταν όλοι παρέα στη βεράντα του δωματίου τους, και θα έπαιζαν κουμκάν. Εκείνη, κρατώντας πάντοτε ένα τσιγάρο. θα διηγούνταν με υπερηφάνεια τις παλιές καλές ημέρες της στα καρέ και σαλόνια των Αθηνών, σιχτιρίζοντας παράλληλα τα "γατοκέφαλα" που έπιανε.

Όταν εκείνος μεγάλωσε λιγάκι και μπήκε στην εφηβεία, του άρεσε να πηγαίνει στο δωμάτιο της που έβλεπε τις σειρές της και να την πειράζει, με σκοπό να της σπάσει τα νεύρα. Εκείνη νευρίαζε την μία στιγμή, και την άλλη του έδινε χαρτζιλίκι σαν "τιμωρία". Ανά τακτά χρονικά διαστήματα, του έδινε ένα φάκελο με λίγα λεφτά και κάποιο μήνυμα γραμμένο απάνω. Με την αλλαγή του νομίσματος από δραχμή σε ευρώ, οι ισοτιμίες πήγαν περίπατο και η στρογγυλοποίηση έκανε limit up. Όταν πια είχε φτάσει η ώρα του να αποφοιτήσει το σχολείο, εκείνη μόλις τον είδε να παίρνει το πτυχίο, έβαλε τα κλάματα. Την επόμενη μέρα, του είχε αφήσει έναν επετειακό φάκελο με χαρτζιλίκι παρέα με ένα μήνυμα το οποίο έλεγε: "Ο χαρακτήρας των ανθρώπων φανερώνεται από τον τρόπο που σου φέρονται όταν δεν σε έχουν πια ανάγκη".

---

Κόντευε πια τα ενενήντα της χρόνια. Τις περισσότερες φορές της μίλαγες μα δεν απαντούσε. Μπορούσε όμως να σε αναγνωρίσει. Ήταν τόσο γλυκό όταν σε κοιτούσε και σε καταλάβαινε με τα πράσινα ματάκια της. Σου μιλούσε με αυτά. Όταν περπατούσε δεν είχε καλή ισορροπία. Έκανε μικρά μικρά βηματάκια, μα στο δικό του μυαλό ήταν σαν βήματα μπαλέτου. Της ζήτησε την άδεια να την σηκώσει και εκείνη τον εμπιστεύτηκε. Την σήκωσε σιγά σιγά. Εκείνη ξεκίνησε να προχωρά με τα μικρά μπαλετίστικα βηματάκια της. Εκείνος, έκανε πίσω βήματα στον ρυθμό της για να την συνοδεύσει. Εκείνη γύρεψε να απλώσει τα χέρια της για να στηριχτεί πιάνοντας τα δικά του απλωμένα χέρια. Και συνέχισαν έτσι οι δυο τους για μερικά λεπτά μέχρι να φτάσουν στο μέσο του διαδρόμου. "Λοιπόν γιαγιά τι λες, ωραία δεν χορεύουμε;" την ρώτησε. Εκείνη τον κοίταξε με τα πράσινα μάτια της. Τα ίδια πράσινα μάτια που είχε και αυτός.


Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Ιστορία μιας βουκαμβίλιας


Κάθε φορά που ήθελε να ξεφύγει από την αναστάτωση που του προκαλούσαν τα αναπάντητα και τα χιλιοειπωμένα, ο Ν ανέβαινε τα ζεστά μεσημέρια σε εκείνη την γκρίζα ταράτσα. Εκεί, αφού πρώτα την διέσχιζε για να φτάσει μέχρι την απέναντι γωνία της,  έβρισκε το μοναδικό σημείο που μπορούσε να βρει μια χαραμάδα σκιάς, καθόταν με τα πόδια απλωμένα και την πλάτη στον τοίχο, έγερνε το κεφάλι του πάνω στο μαύρο κάγκελο και εκεί άφηνε τον εαυτό, τις σκέψεις και τις ανασφάλειες του ελεύθερες.  Εκεί μακριά από όλους και από όλα ένιωθε ότι μπορεί να είναι ο εαυτός του.

"Πως καταλήγουν οι άνθρωποι να είναι τόσο μπερδεμένοι και οι γαμημένες ανασφάλειες τους τόσο ισχυρές; Γιατί είμαστε δειλοί μπροστά στα σημαντικά; Γιατί η υπόσχεση ενός ανεκπλήρωτου τίποτα είναι ικανή να γκρεμίσει τα πάντα; Τι είναι αγάπη, τι ο έρωτας και τι η ευτυχία;"

Σκεπτόμενος αυτά ο Ν, έκλεισε τα μάτια του και σκέφτηκε εκείνη την γλάστρα που είχε στο μπαλκόνι του, μια μικρή μωβ βουκαμβίλια. Δεν ήταν ούτε η πιο ανθισμένη από αυτές που είχε, ούτε και η πιο εντυπωσιακή.  Ήταν όμως η αγαπημένη του. Μια μέρα όμως, ξαφνικά, τα φύλλα έπεσαν και τα άνθη σταμάτησαν να βγαίνουν.  Τι και αν την πρόσεχε και την πότιζε περισσότερο από όλες τις άλλες, αυτό περισσότερο κακό της έκανε παρά την ωφελούσε.  Και πέρασε καιρός μα η κατάσταση δεν άλλαζε.  Μια ημέρα, όμως, που ξεκίνησε  πιο μοναχική από ότι οι περισσότερες, ο Ν άνοιξε το παράθυρο και κοίταξε την γλάστρα - όπως κάθε πρωί. Και τότε είδε ένα μικρό μωβ λουλουδάκι να πετάγεται!

Αυτές οι μικρές και ασήμαντες λεπτομέρειες! Ο Ν είχε ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο, και θα ταξίδευε και άλλο, υπήρξαν στιγμές που είχε αισθανθεί πολύ αγαπητός ανάμεσα σε φίλους, γνωστούς και άγνωστους, είχαν υπάρξει φορές που ακόμα ακόμα είχε αισθανθεί και ανίκητος μέσα στη νεανική του άγνοια. Όμως όταν ήθελε να φέρει στο νου του σε μια εικόνα την ευτυχία, αυτός σκεφτόταν εκείνη την μικρή γλαστρούλα και τα αισθήματα που του δημιουργήθηκαν όταν αντίκρισε αυτό το μωβ λουλουδάκι που ξεπετάχτηκε εκείνη την μοναχική ημέρα.

Φύσηξε ξαφνικά ένα απαλό αεράκι, που πάνω στην γκρι ταράτσα γινόταν πιο έντονο, και ο Ν επανήρθε απότομα στην πραγματικότητα. Χαμογέλασε. Τι και αν την είχε αποχωριστεί αυτή τη γλάστρα πια από καιρό; Σε εκείνη την γλάστρα είχε βάλει ένα μέρος της ψυχής του. Η σκέψη ότι η μωβ βουκαμβίλια θα ανθίσει κάποτε ξανά τον έκανε χαρούμενο, ακόμα και αν πλέον είχε συνειδητοποιήσει καλά ότι αυτός δεν θα ήταν ποτέ πια εκεί για να ξαναζήσει την στιγμή.

Ο Ν σηκώθηκε στα πόδια του στηριζόμενος στο μαύρο κάγκελο, διέσχισε την γκρι ταράτσα, κατέβηκε τις σκάλες και επέστρεψε στην καθημερινότητά του.