Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

Χορεύουμε;


Κόντευε να φτάσει πια τα ενενήντα της χρόνια. Τις περισσότερες φορές της μίλαγες και δεν σου απαντούσε. Δεν μπορούσε να σηκωθεί ή να φάει μόνη της, ούτε και να κάνει τα βασικά. Εκείνη την ημέρα την είχαν βάλει να καθίσει σε έναν καναπέ και εκείνη κοίταγε για ώρες το κενό. Σε κάποια φάση, όταν ήρθε η ώρα της να πάει για ύπνο, εκείνος την μετακίνησε για να την πάει στην κρεβατοκάμαρα της. Την σήκωσε και την κράτησε από τα χέρια για να διασχίσουν τον μικρό διάδρομο του σπιτιού, κάνοντας αυτήν τη μικρή διαδρομή σε αρκετά λεπτά που εκείνου του φάνηκαν αιώνες.  Άλλη μια μέρα ρουτίνας, σκέφτηκε. Άλλη μια μέρα χαμένη.

---

Σε όλες τις χαρούμενες ή μη στιγμές της παιδικής του ηλικίας η γιαγιά του ήταν πάντα παρούσα. Ήταν η μόνη γιαγιά που γνώρισε. Οι υπόλοιποι παππούδες και γιαγιάδες της οικογενείας είχαν δυστυχώς φύγει νωρίς. Όταν τα παιδιά ήταν πιο μικρά, εκείνη συνήθιζε να λέει ότι ο μεγάλος έρωτας της ζωής της είναι τα εγγόνια της. Και εκείνος, όταν ήταν μικρός και πίστευε καμιά φορά στα υπερφυσικά, είχε μια μονάχα ευχή: να ζήσει η γιαγιά του για πάντα. Κάθε φορά που θα ερχόταν στο σπίτι για να μείνει για μέρες, εκείνη θα έβρισκε έναν τρόπο που ξεπερνούσε τις φυσικές της δυνάμεις,  για να κουβαλάει 10 σακούλες ταυτόχρονα γεμάτα γλυκά και καλούδια. Μόνο και μόνο για να τους ευχαριστήσει. Όταν έβγαινε στη γειτονιά για να ψωνίσει και να κάνει τα μαλλιά της, παντού υπερηφανευόταν για τα εγγόνια της. Κάθε καλοκαίρι θα πήγαινε μαζί τους διακοπές. Θα κάθονταν όλοι παρέα στη βεράντα του δωματίου τους, και θα έπαιζαν κουμκάν. Εκείνη, κρατώντας πάντοτε ένα τσιγάρο. θα διηγούνταν με υπερηφάνεια τις παλιές καλές ημέρες της στα καρέ και σαλόνια των Αθηνών, σιχτιρίζοντας παράλληλα τα "γατοκέφαλα" που έπιανε.

Όταν εκείνος μεγάλωσε λιγάκι και μπήκε στην εφηβεία, του άρεσε να πηγαίνει στο δωμάτιο της που έβλεπε τις σειρές της και να την πειράζει, με σκοπό να της σπάσει τα νεύρα. Εκείνη νευρίαζε την μία στιγμή, και την άλλη του έδινε χαρτζιλίκι σαν "τιμωρία". Ανά τακτά χρονικά διαστήματα, του έδινε ένα φάκελο με λίγα λεφτά και κάποιο μήνυμα γραμμένο απάνω. Με την αλλαγή του νομίσματος από δραχμή σε ευρώ, οι ισοτιμίες πήγαν περίπατο και η στρογγυλοποίηση έκανε limit up. Όταν πια είχε φτάσει η ώρα του να αποφοιτήσει το σχολείο, εκείνη μόλις τον είδε να παίρνει το πτυχίο, έβαλε τα κλάματα. Την επόμενη μέρα, του είχε αφήσει έναν επετειακό φάκελο με χαρτζιλίκι παρέα με ένα μήνυμα το οποίο έλεγε: "Ο χαρακτήρας των ανθρώπων φανερώνεται από τον τρόπο που σου φέρονται όταν δεν σε έχουν πια ανάγκη".

---

Κόντευε πια τα ενενήντα της χρόνια. Τις περισσότερες φορές της μίλαγες μα δεν απαντούσε. Μπορούσε όμως να σε αναγνωρίσει. Ήταν τόσο γλυκό όταν σε κοιτούσε και σε καταλάβαινε με τα πράσινα ματάκια της. Σου μιλούσε με αυτά. Όταν περπατούσε δεν είχε καλή ισορροπία. Έκανε μικρά μικρά βηματάκια, μα στο δικό του μυαλό ήταν σαν βήματα μπαλέτου. Της ζήτησε την άδεια να την σηκώσει και εκείνη τον εμπιστεύτηκε. Την σήκωσε σιγά σιγά. Εκείνη ξεκίνησε να προχωρά με τα μικρά μπαλετίστικα βηματάκια της. Εκείνος, έκανε πίσω βήματα στον ρυθμό της για να την συνοδεύσει. Εκείνη γύρεψε να απλώσει τα χέρια της για να στηριχτεί πιάνοντας τα δικά του απλωμένα χέρια. Και συνέχισαν έτσι οι δυο τους για μερικά λεπτά μέχρι να φτάσουν στο μέσο του διαδρόμου. "Λοιπόν γιαγιά τι λες, ωραία δεν χορεύουμε;" την ρώτησε. Εκείνη τον κοίταξε με τα πράσινα μάτια της. Τα ίδια πράσινα μάτια που είχε και αυτός.


Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Ιστορία μιας βουκαμβίλιας


Κάθε φορά που ήθελε να ξεφύγει από την αναστάτωση που του προκαλούσαν τα αναπάντητα και τα χιλιοειπωμένα, ο Ν ανέβαινε τα ζεστά μεσημέρια σε εκείνη την γκρίζα ταράτσα. Εκεί, αφού πρώτα την διέσχιζε για να φτάσει μέχρι την απέναντι γωνία της,  έβρισκε το μοναδικό σημείο που μπορούσε να βρει μια χαραμάδα σκιάς, καθόταν με τα πόδια απλωμένα και την πλάτη στον τοίχο, έγερνε το κεφάλι του πάνω στο μαύρο κάγκελο και εκεί άφηνε τον εαυτό, τις σκέψεις και τις ανασφάλειες του ελεύθερες.  Εκεί μακριά από όλους και από όλα ένιωθε ότι μπορεί να είναι ο εαυτός του.

"Πως καταλήγουν οι άνθρωποι να είναι τόσο μπερδεμένοι και οι γαμημένες ανασφάλειες τους τόσο ισχυρές; Γιατί είμαστε δειλοί μπροστά στα σημαντικά; Γιατί η υπόσχεση ενός ανεκπλήρωτου τίποτα είναι ικανή να γκρεμίσει τα πάντα; Τι είναι αγάπη, τι ο έρωτας και τι η ευτυχία;"

Σκεπτόμενος αυτά ο Ν, έκλεισε τα μάτια του και σκέφτηκε εκείνη την γλάστρα που είχε στο μπαλκόνι του, μια μικρή μωβ βουκαμβίλια. Δεν ήταν ούτε η πιο ανθισμένη από αυτές που είχε, ούτε και η πιο εντυπωσιακή.  Ήταν όμως η αγαπημένη του. Μια μέρα όμως, ξαφνικά, τα φύλλα έπεσαν και τα άνθη σταμάτησαν να βγαίνουν.  Τι και αν την πρόσεχε και την πότιζε περισσότερο από όλες τις άλλες, αυτό περισσότερο κακό της έκανε παρά την ωφελούσε.  Και πέρασε καιρός μα η κατάσταση δεν άλλαζε.  Μια ημέρα, όμως, που ξεκίνησε  πιο μοναχική από ότι οι περισσότερες, ο Ν άνοιξε το παράθυρο και κοίταξε την γλάστρα - όπως κάθε πρωί. Και τότε είδε ένα μικρό μωβ λουλουδάκι να πετάγεται!

Αυτές οι μικρές και ασήμαντες λεπτομέρειες! Ο Ν είχε ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο, και θα ταξίδευε και άλλο, υπήρξαν στιγμές που είχε αισθανθεί πολύ αγαπητός ανάμεσα σε φίλους, γνωστούς και άγνωστους, είχαν υπάρξει φορές που ακόμα ακόμα είχε αισθανθεί και ανίκητος μέσα στη νεανική του άγνοια. Όμως όταν ήθελε να φέρει στο νου του σε μια εικόνα την ευτυχία, αυτός σκεφτόταν εκείνη την μικρή γλαστρούλα και τα αισθήματα που του δημιουργήθηκαν όταν αντίκρισε αυτό το μωβ λουλουδάκι που ξεπετάχτηκε εκείνη την μοναχική ημέρα.

Φύσηξε ξαφνικά ένα απαλό αεράκι, που πάνω στην γκρι ταράτσα γινόταν πιο έντονο, και ο Ν επανήρθε απότομα στην πραγματικότητα. Χαμογέλασε. Τι και αν την είχε αποχωριστεί αυτή τη γλάστρα πια από καιρό; Σε εκείνη την γλάστρα είχε βάλει ένα μέρος της ψυχής του. Η σκέψη ότι η μωβ βουκαμβίλια θα ανθίσει κάποτε ξανά τον έκανε χαρούμενο, ακόμα και αν πλέον είχε συνειδητοποιήσει καλά ότι αυτός δεν θα ήταν ποτέ πια εκεί για να ξαναζήσει την στιγμή.

Ο Ν σηκώθηκε στα πόδια του στηριζόμενος στο μαύρο κάγκελο, διέσχισε την γκρι ταράτσα, κατέβηκε τις σκάλες και επέστρεψε στην καθημερινότητά του.


Σάββατο, 30 Απριλίου 2016

Αλέκο μου


Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Οι ηθοποιοί μετέφεραν ένα τραπέζι και μερικές καρέκλες. Κι εγώ έκλαψα. Δεν το είπα ποτέ στον Κωνσταντίνο. Γιατί δεν τον βλέπω συχνά.

Με τον Νίκο είμαστε πάλι παιδιά. Το άγχος μου δεν είναι πόσους θα κάνουμε να νιώσουν το ίδιο. Το άγχος μου είναι να μη μεγαλώσουμε ξανά ποτέ. Όσο γελάμε, θα είμαστε ευτυχισμένοι. Του το υπόσχομαι.

Εγώ ερωτεύτηκα. Την γνώρισες την Κική. Τι ωραία που την γνώρισες. Θυμάσαι τότε που έφυγες για λίγες μέρες γιατί ερωτεύτηκες κι εσύ; Τότε δεν ήμουν με την Κική. Εκείνη την κοπέλα δεν την ξεχνάω ποτέ.

Ο Κώστας έγινε μπαμπάς. Και είναι τόσο καλός μπαμπάς όσο ο δικός σου ο μπαμπάς. Ο δικός μου ο μπαμπάς. Ο Λούης θα γίνει μπαμπάς. Και θα είναι τόσο καλός μπαμπάς όσο ο δικός σου ο μπαμπάς. Ο δικός μου ο μπαμπάς.

Σήμερα που σου γράφω έχουμε γενέθλια. Έτυχε να είναι Μεγάλο Σάββατο. Τη χειρότερη μέρα σου δηλαδή. Ποτέ δεν θα μάθουμε πως το έκανες. Πως έμπαινες στη ντουλάπα κι έκλεινες την πόρτα επειδή φοβόσουν τα βεγγαλικά. Θα είναι πάντα το μαγικό σου.

Αυτό που γιορτάζουμε το χάραξα στο σώμα μου. Νομίζω δεν στο έδειξα ποτέ. Ο τελευταίος άνθρωπος που το ενέκρινε ήταν η μαμά σου. Η μαμά μου. Ξέρεις ποιος πλήρωσε για να το κάνω; Η μαμά. Ο πιο σπουδαίος άνθρωπος.

Ζω για να της μοιάζω. Κι αν το καταφέρω, τότε θα ζω.

Όταν έφυγες, μεγάλωσε ο Αλέξανδρος. Τις επόμενες μέρες μεγάλωσε πολύ. Όταν ήμασταν μικροί και κάποιος πλησίαζε τη μουσούδα σου, του έγλυφες το πρόσωπο. Και μέναμε παιδιά. Σου υπόσχομαι ότι όσο η ζωή μας μεγαλώνει, τόσο θα της βγάζουμε τη γλώσσα.

Στον Αλέξανδρο αφιερώνω αυτά που σου γράφω. Γιατί σήμερα είναι η πιο σημαντική μέρα του χρόνου. Έδωσε πνοή στον κύκλο και η φλόγα δεν θα σβήσει ποτέ.

Πόσο σ’ αγαπάω Αλέκο μου. Τα μάτια σου σοφά & παιδικά. Θέλω να ζήσω με το βλέμμα σου.

Σάββατο, 18 Ιουλίου 2015

Reality


Είμαστε στα μέσα του καλοκαιριού. Έχει αέρα σήμερα αλλά η ζέστη θυμίζει έντονα το καλοκαίρι.

Στο δωμάτιο κυριαρχούν 2 ήχοι. Ο ανεμιστήρας που διώχνει ικανοποιητικά την ζέστη του καλοκαιριού μακριά μέχρι να βραδιάσει. Από τον υπολογιστή ακούγονται μουσικές 'tea time' και σε ένα άλλο δωμάτιο λίγο πιο πέρα το πλυντήριο σαν να παλεύει, στροβιλίζεται σαν να δίνει την δική του μάχη. Μια μάχη που με κάνει πολλές φορές να αναρωτιέμαι, στιγμές όπως τώρα που δίνει πάλι την μάχη του, και τι σου είναι το μυαλό, αντί για 'πάλι' στην αρχή έγραψα 'πάλη'. Μα σαν μονομαχία ακούγεται με τα σωθικά του. Σάμπως και εμείς οι άνθρωποι τι κάνουμε;

Ένας αγώνας είναι. Μια αέναη προσπάθεια για αυτό που ο καθένας από μας νιώθει, πιστεύει και στηρίζει.

Ναι, σαφώς και υπάρχουν οι προσωπικές αξίες, επιθυμίες, στόχοι του κάθε ανθρώπου αλλά δεν είναι μόνο αυτό η ζωή. Είναι, κατά γενική ομολογία, πράγματα και αξίες που απαρτίζουν την κοινωνία και δεν εννοώ τον μικρόκοσμο ενός λαού, αξίες που ελλοχεύουν σε κάθε λαό.

Ο απότομος, δυνατός ήχος του πλυντηρίου με έκανε να τιναχτώ την ίδια ώρα που στο μυαλό μου έτρεχαν χίλιες δυο σκέψεις. Τουλάχιστον αυτό ολοκληρώνει και την σημερινή πάλη του και ένα χαμόγελο ήρθε γιατί σύντομα θα πάω να τον δω.

Και ναι, η σκέψη μου που έτρεξε για ακόμα μια φορά σε εκείνον δεν είναι ούτε παρένθεση ούτε κάτι άλλο από τις παραπάνω σκέψεις. Γιατί η αληθινή αγάπη, η δύναμη της ψυχής δυο ανθρώπων είναι από τις βαθύτερες και αρχαιότερες αξίες της ζωής.

Υπάρχουν όμως κι άλλα, και σαν άνθρωπος που χτίζει τώρα την ζωή του ακόμα πιο έντονα, με μεγαλύτερο πάθος, κουράγιο και πίστη αρνούμαι να αποδεχθώ την επιφάνεια ενός κόσμου που συγχύζεται μεταξύ αξιών, στόχος και ονείρων.

Αρνούμαι να αποδεχθώ πως πρέπει να ψάχνουμε με το τηλεσκόπιο την ανθρωπιά, την ποιότητα και την αγάπη της ζωής, την οποία δεν κρύβω, την ήξερα αλλά εδώ και κάποιους μήνες την ΖΩ και είμαι ευγνώμων. Και έτσι πρέπει να συμβαίνει. Να ζεις και να έχεις τα μάτια σου, το μυαλό σου και την καρδιά σου διάπλατα ανοιχτά γιατί φορώντας παρωπίδες χάνεις πολλά από αυτό που λένε ζωή. Υπάρχουν τόσες μυρωδιές, χρώματα, συναισθήματα, ουσιαστική επαφή με τους ανθρώπους γύρω σου που αν δεν είσαι ξύπνιος δεν θα τα δεις ποτέ και θα σε προσπεράσουν.

Νομίζω ήρθε η ώρα να κλείσω την μουσική του τσαγιού και για κάποιον λόγο που έχουν κολλήσει στο μυαλό οι U2.

'The sea wants to kiss the golden shore'.

Μπορείς να ζεις; Μπορείς να αγαπάς; Μπορείς να νοιάζεσαι για τους άλλους; Μπορείς να σέβεσαι τους άλλους; Μπορείς να δίνεις και όχι μόνο να ρουφάς αδυσώπητα; Μπορείς έστω και για λίγες στιγμές κάθε φορά να κοιτάς γύρω σου με μάτια παιδικά, με παιδική μανία για την ζωή;

Μπορεί κάποιος να γελάσει με αυτά και να θεωρηθούν ανόητα, αλλά στοιχηματίζω πως αυτός που πιθανώς το κρίνει αρνητικά δεν έχει τολμήσει να κάνει αληθινά κάτι από τα παραπάνω είτε επειδή δεν τολμάει να προσπαθήσει είτε επειδή φοβάται ότι δεν θα το καταφέρει. Και αυτό δεν είναι κάτι που ισχύει απλά και μόνο επειδή το εκφράζω εγώ αλλά αν αυτός ο κάποιος το είχε προσπαθήσει δεν θα το έκρινε, ίσως έπαιρνε μια φάτσα σκεπτική, ίσως να έκανε μια γκριμάτσα κάπως αδιάφορη ή στο θετικό σενάριο που εγώ έχω αυτή την ώρα στο μυαλό μου να έσκαγε ένα χαμόγελο, ένα ήρεμο και φυσικό χαμόγελο.

Αγαπάω τους ουτοπικούς ρεαλιστές. Οξύμωρο; Άτοπο σύμφωνα με τον ορισμό της κάθε μια από τις προηγούμενες λέξεις; Στα δικά μου μάτια, στο δικό μου μυαλό μπορεί απλώς να είναι ένας ρομαντικός που δεν ξεχνά τον καθημερινό ρυθμό της ζωής στον ρεαλιστικό της χτύπο και όχι στον απαξιωτικό και κυνικό.

Kicks

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2015

Στα γρήγορα | 9 ώρες


Τα μάτια ανοίγουν για λίγο μόνο.
Κι η αγκαλιά της το ίδιο.
Θα προσέχεις;

Η πόρτα κλείνει.
Όταν ξανανοίξει θα 'χουν περάσει 9 ώρες περίπου.
9 εξαντλητικές ώρες.
Στην ίδια καρέκλα.
Κοιτώντας την ίδια οθόνη.
Τα μάτια του θα είναι κουρασμένα.
Και τα δικά της όμως το ίδιο.
Θα είναι κουρασμένα αλλά θα έχουν αρκετό φως για να πλημμυρίσουν την καρδιά του.

Τι έκανες όλη μέρα;
Τίποτα.
Πως είσαι;
Καλά.

Πόσες μέρες έχει γίνει αυτή η ρουτίνα;
Για πόσες μέρες θα γίνει ακόμα;
Άραγε βλέπει αυτό το φως από τα μάτια της;
Κι αν το βλέπει, το αφήνει να μπει στην καρδιά του;

Τι θα φάμε;
Δεν ξέρω.
Πειράζει να μην μαγειρέψω σήμερα;
Όχι.

9 ώρες είναι πολλές κάθε μέρα.
Είναι ο λόγος να σταματήσει τα πάντα.
Δεν μπορεί να το κάνει τώρα όμως.
Μέχρι τότε, θα απορροφά κάθε σπίθα φωτός από τα μάτια της.
Κάθε μέρα.
9 ώρες.
9 ώρες την κάθε φορά.

Θα προσέχεις;
Ναι.
Σίγουρα;
Ναι.

by Louis